διαφεύγω


διαφεύγω
δια|φεύγω убегать, избегать, ускользать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "διαφεύγω" в других словарях:

  • διαφεύγω — get away from pres subj act 1st sg διαφεύγω get away from pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφεύγω — διαφεύγω, διέφυγα βλ. πίν. 228 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαφεύγω — (ΑΝ) 1. ξεφεύγω, γλυτώνω, φεύγω μακριά από κάποιον ή κάτι, δραπετεύω 2. ξεφεύγω την προσοχή ή τη μνήμη κάποιου, λησμονούμαι, δεν γίνομαι αντιληπτός («μού διαφεύγει τό όνομά του») νεοελλ. γλιστρώ («το βιβλίο διέφυγε από τα χέρια του») μσν. φεύγω… …   Dictionary of Greek

  • διαφεύγω — [диафэвго] р. ускользать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαφεύγω — διάφυγα και διέφυγα 1. ξεφεύγω, αποφεύγω: Διέφυγα τον κίνδυνο της απόλυσης. 2. περνώ απαρατήρητος, δε γίνομαι αντιληπτός: Πολλά λάθη διέφυγαν της προσοχής μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαφεύγετε — διαφεύγω get away from pres imperat act 2nd pl διαφεύγω get away from pres ind act 2nd pl διαφεύγω get away from imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφεύγῃ — διαφεύγω get away from pres subj mp 2nd sg διαφεύγω get away from pres ind mp 2nd sg διαφεύγω get away from pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπεφευγότα — διαφεύγω get away from perf part act neut nom/voc/acc pl διαφεύγω get away from perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπέφευγε — διαφεύγω get away from perf imperat act 2nd sg διαφεύγω get away from perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπέφευγεν — διαφεύγω get away from perf ind act 3rd sg διαφεύγω get away from plup ind act 3rd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφευγόντων — διαφεύγω get away from pres part act masc/neut gen pl διαφεύγω get away from pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)